id stringlengths 26 26 | text stringlengths 6 391 | audio audioduration (s) 1.24 26.4 |
|---|---|---|
Paramythi_horis_onoma_1012 | - Ο γιος του Βασιλιά; φώναξε. - Το Βασιλόπουλο! μουρμούρισε η κόρη. Και οι δυο έπεσαν στα γόνατα παραζαλισμένοι. | |
Paramythi_horis_onoma_0208 | Και ζούμε ολομόναχες στη μοναξιά της εξοχής που άλλοτε ήταν κατάφυτη και κατοικημένη μα που τώρα είναι όλο πέτρες κι ερημιά. | |
Paramythi_horis_onoma_1511 | Ισως δουλεύοντας τη γη που θα μας θρέψει. - Σε μερικά χρόνια δηλαδή; Και ωστόσο θα τρώμε σούπες από ξυνήθρα που θα μας τις βράζει η Ειρηνούλα; | |
Paramythi_horis_onoma_0232 | Εγώ δεν κάνω τίποτα και βαριούμαι φοβερά! Να σήμερα το πρωί ώσπου να ξυπνήσει ο αδελφός μου | |
Paramythi_horis_onoma_0415 | - Καλώς την! είπε ημερεμένος. Ήσουν περίπατο; Δε σε είδαμε σήμερα. Η Βασίλισσα απασχολημένη με τα γυαλάκια της μήτε γύρισε να δει. | |
Paramythi_horis_onoma_0444 | και μου είπε να περιμένω απ' έξω ώσπου να συλλογιστεί με τον καραγκιόζη του που είναι λέει ο καλύτερος του σύμβουλος τι μπορεί να σου στείλει για να σε ωφελήσει περισσότερο. | |
Paramythi_horis_onoma_1725 | Μου είπαν πάλι πως ήταν το παλάτι του Βασιλιά. Και πάλι δεν πίστεψα και πήγα στο στρατόπεδο που βρίσκεται κοντά στο ποτάμι. | |
Paramythi_horis_onoma_1193 | ο Πολύκαρπος γύριζε κάθε λίγο και την κοίταζε και απελπίζουνταν που δεν μπορούσε να την παρηγορήσει. - Τι είναι αυτά; Τι κακό γίνεται δω; βροντοφώνησε το Βασιλόπουλο. | |
Paramythi_horis_onoma_0060 | Οι χοντροί όμως τοίχοι βαστούσαν ακόμα. Κι εκεί σε μετρημένα δωμάτια περιορίζουνταν ο Βασιλιάς και η οικογένεια του. | |
Paramythi_horis_onoma_1226 | Άρματα θα γίνουν τα εργαλεία που σκάβετε τα χωράφια! Σε αντρειωμένα χέρια κάθε σίδερο γίνεται όπλο! | |
Paramythi_horis_onoma_1748 | - Μα τι έπαθα λοιπόν; είπε ανήσυχα. Ξυπνητός ονειρεύομαι; Και φώναξε: - Στρατηγέ! | |
Paramythi_horis_onoma_0302 | πως δουλεύοντας για το γενικό καλό ωφελούμε τον εαυτό μας στο τέλος; | |
Paramythi_horis_onoma_0880 | Και αν δεν έχω φλουριά και αν περάσουν χρόνια και δέ σε πληρώσω πάλι να μη σταματήσεις παρά να δουλέψεις ώσπου να σκεπαστεί πάλι το ποτάμι με καράβια. | |
Paramythi_horis_onoma_0394 | Ο κυρ-Λαγόκαρδος άνοιξε την πόρτα και η κόρη ρίχθηκε στο λαιμό του πατέρα της και τον τράβηξε έξω. | |
Paramythi_horis_onoma_1309 | Την ίδια στιγμή μια σαΐτα του τρύπησε το φρύδι και τον έριξε στα γόνατα. Σκούπισε βιαστικά το αίμα που τον τύφλωνε κι έκανε να σηκωθεί. | |
Paramythi_horis_onoma_0119 | φώναξε ο Βασιλιάς. Ο αρχικαγκελάριος έτρεμε ολόκληρος. - Να... να πάγω εγώ... πρότεινε με σβησμένη φωνή. | |
Paramythi_horis_onoma_0516 | Η Ειρηνούλα έβγαλε από την τσέπη της ένα κομμάτι ψωμί και του το έδωσε μελαγχολικά. | |
Paramythi_horis_onoma_1183 | Άλλο τόσο θα κάνομε κι εμείς. Το Βασιλόπουλο έσφιξε το μέτωπο του στα χέρια του. Τι να κάνει; Πώς να τους βαστάξει; | |
Paramythi_horis_onoma_1029 | - Έλα μαζί μας. Φλουριά δεν έχω να σου δώσω μα αν δουλέψεις καλά θα σου δώσω φαγί να χορτάσεις. | |
Paramythi_horis_onoma_0541 | Οι μέλισσες φτερούγιζαν και μουρμούριζαν με αγάπη γύρω στα δροσερά αγριολούλουδα και ο βάτος άπλωνε τα κλωνάρια του βαριά φορτωμένα καρπούς | |
Paramythi_horis_onoma_0214 | - Λοιπόν θα πει πως έχεις μέσα σου κάτι που αξίζει πιότερο από κείνα που δεν έμαθες. - Τι έχω; | |
Paramythi_horis_onoma_1641 | Σάστισε σαν το έμαθε ο Άρχοντας και ρώτησε τι έπαθαν οι Μοιρολάτρες και αγόραζαν αρνιά και πουλούσαν ξύλα. Αλλά ο Πολύκαρπος χαμογέλασε μόνο | |
Paramythi_horis_onoma_0548 | Και σκυμμένα στο χώμα τ' αδέλφια ακολούθησαν τη ζωντανή γραμμή που σταματούσε σε μια μικρή τρύπα όπου όλα τα φορτωμένα μερμήγκια χώνουνταν και ύστερα ξανάβγαιναν πάλι χωρίς φόρτωμα πηγαίνοντας να βρουν τίποτε άλλο. | |
Paramythi_horis_onoma_0337 | Παράδες γυρεύεις εδώ όταν ούτε ψωμί δεν μας αφήνουν; - Πώς δεν πας στο δικαστήριο; ρώτησε με αγανάκτηση το Βασιλόπουλο. | |
Paramythi_horis_onoma_0679 | Πού είναι τα καράβια; Κανείς δεν ήξερε να του πει. Με τη γωνιά του μανδύα του σκούπισε τον ιδρώτα που έστεκε σα χάντρες στο μέτωπο του. - Πάμε στο ναύσταθμο πρόσταξε. | |
Paramythi_horis_onoma_1796 | το έθνος σου το χαρίζει. | |
Paramythi_horis_onoma_1434 | Στα πόδια του ήταν ξαπλωμένο το αιματωμένο σώμα του νέου και το Βασιλόπουλο τον έδειξε του Κακομοιρίδη. | |
Paramythi_horis_onoma_0874 | Έξαφνα άνοιξε η πόρτα με ορμή και ο υπασπιστής Πολύδωρος μπήκε μέσα λαχανιασμένος και κατασκονισμένος. - Αφέντη είπε και η φωνή του έτρεμε | |
Paramythi_horis_onoma_0263 | Σηκώθηκε με προσοχή κοίταξε ανάμεσα από τις πέτρες χωρίς να φανεί και είδε τον ίδιο αφιλόξενο άνθρωπο που από το παράθυρο στο πίσω μέρος του σπιτιού μιλούσε σιγά μ' ένα παιδί φορτωμένο μια σακούλα. | |
Paramythi_horis_onoma_1054 | - Ήταν τα καλά χρόνια εκείνα σα ζούσε και βασίλευε ο Συνετός Α' Θεός σχωρέσ' τον έλεγε αναστενάζοντας ο άνθρωπος. | |
Paramythi_horis_onoma_0107 | - Τι προτείνεις; ρώτησε σύντομα ο Βασιλιάς. Ο αρχικαγκελάριος κοίταξε σιωπηλά την κορώνα του Άρχοντα | |
Paramythi_horis_onoma_0751 | Έσκυψε το σήκωσε και το έδειξε του αδελφού της. - Ένα κυπρί είπε. Το Βασιλόπουλο το πήρε και το κοίταξε. | |
Paramythi_horis_onoma_1110 | Το Βασιλόπουλο άφησε απ' έξω το κλεφτόπαιδο με το γερο-Κακομοιρίδη να το φυλάγει. - Είναι αμαρτία αυτό που κάνετε! φώναξε ο κλέφτης. | |
Paramythi_horis_onoma_0427 | Ύστερα με ξαναφώναξε και με ρώτησε πολλά πράματα για το παλάτι και για σένα. | |
Paramythi_horis_onoma_1789 | Δώρα δεν του στέλνει ο Βασιλιάς ο πατέρας μου γιατί το Κράτος μας είναι ακόμα φτωχό και χρειάζεται όλα μας τα φλουριά. Μα τη φιλία μας θα την έχει | |
Paramythi_horis_onoma_1347 | και από μέτριο άνθρωπο τον έκανε ήρωα. Με βαριά καρδιά έπιασε πάλι ο καθένας τη δουλειά του γιατί η ώρα περνούσε και ο εχθρός είχε ζυγώσει. | |
Paramythi_horis_onoma_0146 | - Δεν έχει πια κανένα παράσημο στο σεντούκι είπε με δισταγμό ο αρχικαγκελάριος. - Δεν έχει;... Χμ... Δεν πειράζει σου δίνω το δίπλωμα | |
Paramythi_horis_onoma_0608 | Η Ειρηνούλα λοιπόν έβγαλε τις βελόνες της και την κλωστή και κάθησε στο πεζούλι του παραθύρου να τους δείξει πώς τα μεταχειρίζουνταν. | |
Paramythi_horis_onoma_0898 | - Κατάλαβες γιε μου; Τ' άκουσες; είπε αποκαμωμένος. - Τ' άκουσα. Και τώρα πατέρα ήλθε η ώρα να ενεργήσομε. Τι προτείνεις; | |
Paramythi_horis_onoma_0116 | Απάντηση δεν έβρισκε να δώσει του αγοριού του μα έμενε το πρόβλημα άλυτο που να βρουν φαγί. - Πανουργάκο! φώναξε στο τέλος απελπισμένα | |
Paramythi_horis_onoma_1131 | - Λέγε Θάνο τι έτρεξε; - Γύριζα από τα πηγάδια με το σίδερο είπε ο Θάνος και βγήκε αυτός από το δάσος και μου | |
Paramythi_horis_onoma_0897 | Αυτές είναι οι ειδήσεις πρόσθεσε ο κυρ-Κατρακυλάκος και ξανάπεσε στη συνηθισμένη του αταραξία. Ο Βασιλιάς ανασηκώθηκε. | |
Paramythi_horis_onoma_0025 | - Τι πράμα να είναι άραγε τούτο που διαβαίνει; ρώτησε φοβισμένος ένας σκοίνος συμμαζεύοντας τα φυλλαράκια του από φόβο μην τον δει το αγόρι. | |
Paramythi_horis_onoma_0143 | κι ένα καλάθι κατακόκκινες φράουλες. - Τα έφερα Αφέντη μου από τον Άρχοντα εξάδελφο σου αποκρίθηκε στα ρωτήματα του Βασιλιά. | |
Paramythi_horis_onoma_0980 | - Δεν είναι αποκρίθηκε ο κουτσός. - Μα τι γίνηκαν; | |
Paramythi_horis_onoma_1406 | Ο ίδιος ο Βασιλιάς τους μόλις πρόφθασε να σωθεί και βλέποντας τη μάχη χαμένη πήδηξε στο άλογο του και ξέφυγε κατά τον κάμπο με τα συντρίμματα του στρατού του. | |
Paramythi_horis_onoma_0051 | Και ξεκαρδίστηκε στα γέλια χωρίς να προσέξει πως βρίσκουνταν κοντά στο αυτί του αγοριού. Ξύπνησε το Βασιλόπουλο και τινάχτηκε ξαφνισμένο. | |
Paramythi_horis_onoma_0284 | και κανένας νέος δεν ξέρει πια να διαβάσει. Και τους εξήγησε πως απ' έξω έγραφε: Σχολείο του Κράτους | |
Paramythi_horis_onoma_1448 | Και θύμωσε ο Βασιλιάς ο θείος σου και μ' έδεσε σ' ένα άλογο και μ' έφερε αλυσοδεμένο ως εδώ. | |
Paramythi_horis_onoma_0892 | - Είναι λίγη ώρα που έφθασαν τρομαγμένοι χωρικοί άρχισε ο κυρ-Κατρακυλάκος και μας διηγήθηκαν πως ο εχθρός πέρασε τα σύνορα και | |
Paramythi_horis_onoma_0694 | - Δεν καταλαβαίνει! είπε αποθαρρυμένος ο Βασιλιάς. Άνθρωπε μου ακούς τι σου λέγω; Πού είναι τα καράβια και οι ναύτες; | |
Paramythi_horis_onoma_0381 | θα με καταγγείλει πως έκλεψα εγώ την αλυσίδα του και θα μου κόψουν το κεφάλι. - Φοβιτσιάρη! Γιατί να τον ειδοποιήσεις μυστικά; | |
Paramythi_horis_onoma_0338 | Γιατί λοιπόν έχομε δικαστές; Ο Φτωχούλης γέλασε. - Οι δικαστές δεν είναι για μας είπε. | |
Paramythi_horis_onoma_1451 | Το Βασιλόπουλο έβγαλε από την τσέπη του ρούχου του ένα ζαρουκλιασμένο αιματωμένο χαρτί το ξεδίπλωσε και το άπλωσε μπρος στο δικαστή. | |
Paramythi_horis_onoma_0083 | κλαύθηκε και είπε η Βασίλισσα Παλάβω. Εσύ δεν έχεις παρά τις κόρες σου. Τι να πω εγώ που έχω και σένα που με ξεκουφαίνεις | |
Paramythi_horis_onoma_0902 | φώναξε ταραγμένος μη την πουλήσεις τη θέλω! - Είναι απαραίτητο πατέρα επέμεινε το Βασιλόπουλο. | |
Paramythi_horis_onoma_1667 | όπου ήταν ίσα-ίσα μερικά ερείπια από ένα παλιό φρούριο του Συνετού πρώτο. | |
Paramythi_horis_onoma_0612 | Το Βασιλόπουλο που μοιάζει λεονταράκι και αετουδάκι ξέρει πως δεν πούλησες την αλυσίδα. | |
Paramythi_horis_onoma_1223 | Τι περιμένετε μαζεμένοι εδώ όταν ο εχθρός ρημάζει τη χώρα μας; | |
Paramythi_horis_onoma_1391 | Με τους διαλεχτούς του έτρεξε στη γέφυρα κι έφθασε την ώρα που τσάκιζε το μικρό σώμα που τη φύλαγε και οι πρώτοι εχθροί πηδούσαν στις πλωτές. | |
Paramythi_horis_onoma_1838 | - Μπορεί να πήγε στα ξένα σαν τόσους άλλους είπε ο Συνετός. Ο πρωτομάστορης έμεινε συλλογισμένος. | |
Paramythi_horis_onoma_0761 | Πλάγι στο φανάρι ένα άδειο ξύλινο σεντούκι έχασκε με το σκέπασμα ανοιχτό. Το Βασιλόπουλο κοίταξε γύρω του. | |
Paramythi_horis_onoma_0289 | - Ε ναι! δεν τους κάνω μάθημα! ξέσπασε και του είπε με πίκρα. Σα να είναι κι εύκολο να κάνει κανείς εκείνο που πρέπει σε τούτο | |
Paramythi_horis_onoma_0209 | - Κι εμείς να έλθομε δω! είπε η Ειρηνούλα. Είναι τόσο ήσυχα και όμορφα! | |
Paramythi_horis_onoma_1493 | κι έτρεψαν τους εχθρούς σε φυγή μαζί με το Βασιλιά τους. Είπε με τι ανδρεία πολέμησαν ως το πρωί | |
Paramythi_horis_onoma_0283 | είπε ντροπιασμένα η Ειρηνούλα. - Α...; έκανε ο άνθρωπος. Ωστόσο σε όλο το βασίλειο είναι τα ίδια χάλια | |
Paramythi_horis_onoma_1067 | αλλά για την Πατρίδα και για το Βασιλιά! - Μα δε μ' αφήνεις ήσυχο! είπε ο νέος με αναμμένα μάτια. Η Πατρίδα είναι λέξη και ο Βασιλιάς είναι κούτσουρο! | |
Paramythi_horis_onoma_0020 | κρύβοντας κάτω από το φουντωμένο τους φύλλωμα ολόκληρον κόσμο πεταλούδες μαμούνια και μέλισσες που χαίρουνταν ανενόχλητα τα μυρωδάτα αγριολούλουδα. | |
Paramythi_horis_onoma_1746 | Αλλά έξαφνα σταμάτησε κι έτριψε τα μάτια του. | |
Paramythi_horis_onoma_1079 | Και βγήκε χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Ο γέρος τον κυνήγησε και τον πρόφθασε λίγα βήματα παρακάτω. | |
Paramythi_horis_onoma_0220 | Ύστερα είπε: - Θα πάγω πίσω Γνώση και θα γυρίσω σε όλο το βασίλειο. Ευχαριστώ. | |
Paramythi_horis_onoma_1620 | Και όταν έφεραν πίσω το κοπάδι το Βασιλόπουλο πρόσταξε να κόψουν το μαλλί και να το μοιράσουν στις γυναίκες για να το κλώσουν και να το φάνουν | |
Paramythi_horis_onoma_0953 | - Ποιος το θέλει; ρώτησε η Ειρηνούλα. - Η Αφεντιά του ο αδελφός σου κυρα-Βασιλοπούλα αποκρίθηκε ο πρωτοβεστιάριος. | |
Paramythi_horis_onoma_1585 | Σαστισμένη κοίταξε η Ειρηνούλα και ούτε να ρωτήσει δε σκέφτηκε πώς βρέθηκαν εκεί οι αδελφές της. Η Γνώση την είδε και άρχισε πάλι τα γέλια. | |
Paramythi_horis_onoma_0596 | - Την πρόστυχη! είπε με αηδία η ξανθή παρακόρη. Εγώ δεν μπορώ πια να τη σχετίζομαι ύστερα από τα καμώματα της! | |
Paramythi_horis_onoma_0004 | αφού ευλόγησε τα παιδιά του ο γερο-Συνετός τους άφησε χρόνια και ο Αστόχαστος στέφθηκε Βασιλιάς. | |
Paramythi_horis_onoma_1740 | Στο μεταξύ ο θείος Βασιλιάς είχε κατορθώσει ύστερα από τρία χρόνια που βασανίζουνταν να μαζέψει στρατό αρκετό και να εκστρατεύσει εναντίον του ανεψιού του του Βασιλιά των Μοιρολατρών. | |
Paramythi_horis_onoma_0965 | - Ο γιος του δεν ήταν στο στρατό Αφέντη. Έφαγε τους παράδες του και μπήκε κοπέλι στου αρχιστράτηγου Μασκαρόπουλου κι έφυγε μαζί | |
Paramythi_horis_onoma_0470 | Το Βασιλόπουλο είχε πλησιάσει και κατάχλωμο κοίταζε μια τον πατέρα του και μια το γαϊδουρίσιο κεφάλι. | |
Paramythi_horis_onoma_1605 | Και οι λίγοι στρατιώτες του που γλίτωσαν από τη μάχη αντί να συμμαζευθούν γύρω του όλο κι έφευγαν μακρύτερα ξαναπερνώντας τα σύνορα κι επιστρέφοντας στα σπίτια τους. Κάθε μέρα λοιπόν το Βασιλόπουλο μοίραζε στους στρατιώτες του τα όπλα που ολοένα του έφτιανε ο Κακομοιρίδης και τους γύμναζε στο τόξο και στη λόγχη. | |
Paramythi_horis_onoma_0858 | Και οι πέτρες τα ξέρουν αυτά που σου λέγω. Ο κόσμος τα έχει βούκινο. Μόνος ο Βασιλιάς βρίσκεται να μην τ' ακούει πρόσθεσε ο πρωτομάστορης. | |
Paramythi_horis_onoma_1747 | Ύστερα κοίταξε πάλι μπροστά του δεξιά αριστερά τσίμπησε δυνατά το μπράτσο του να δει αν κοιμάται και πάλι έτριψε τα μάτια του. | |
Paramythi_horis_onoma_1071 | - Για δες αρχηγό που τον έχομε! φώναξε άλλος. Κρυμμένος πίσω από τα παράθυρα του θα μας πάγει στον πόλεμο! - Και χωρίς | |
Paramythi_horis_onoma_1510 | και ώσπου να τελειώσουν ίσως βρω και άλλα. - Πού; Μα πού; ρώτησε ο Βασιλιάς και άρχισε πάλι να θυμώνει. - Πού; είπε συλλογισμένο το Βασιλόπουλο. | |
Paramythi_horis_onoma_0129 | - Μπρε κλέφτη! Τι έχεις μέσα στο σακούλι σου; ρώτησε άγρια. - Εξοχώτατε... κλέφτης δεν είμαι... | |
Paramythi_horis_onoma_1682 | Από το στρατόπεδο ως τη χώρα και από κει πάλι ως το σιδηρουργείο του Κακομοιρίδη πήγαινε τώρα ένας μακρύς φαρδύς και καλοστρωμένος δρόμος. | |
Paramythi_horis_onoma_0664 | Άλλο στρατιώτη δεν έχω. Ανεβείτε σα θέλετε στους στρατώνες να δείτε αν σας λέγω ψέματα. | |
Paramythi_horis_onoma_1389 | Και οταν μας δουν να φθάνομε στα σπίτια τους θα σκορπίσουν σα σπουργίτια! Εμπρός παιδιά! Στο ποτάμι! | |
Paramythi_horis_onoma_1547 | διορθώνοντας όμως πρώτα-πρώτα τον εαυτό μας! είπε θυμωμένα το Βασιλόπουλο. - Και σαν τι να κάμω εγώ; | |
Paramythi_horis_onoma_0171 | Γύρισε και κοίταξε τον αδελφό της. Με τα χείλια σφιγμένα και το κεφάλι ψηλά πήγαινε το Βασιλόπουλο αδιαφορώντας για τον πόνο και την κούραση. | |
Paramythi_horis_onoma_1478 | - Τι; Εσύ είσαι επιτέλους; είπε μισοθυμωμένος μισοχαρούμενος. Καιρός ήταν να θυμηθείς να γυρίσεις στο πατρικό σου! | |
Paramythi_horis_onoma_1828 | Σαν άνοιξε το πανέρι και αναγνώρισε το γαϊδουρίσιο κεφάλι και άκουσε τα λόγια του Βασιλόπουλου που του τα επανέλαβε ο αρχικαγκελάριός του τόσος θυμός τον έπιασε που έπεσε ξερός στο πάτωμα. | |
Paramythi_horis_onoma_0850 | Βρήκε το δάσκαλο και τον αδελφό του καθισμένους στο σαχνισί Σαχνισί: σκεπαστός εξώστης κλεισμένος ολόγυρα με τζάμια του σπιτιού που έτρωγαν ψωμί κι ελιές. - Καλό στο παλικάρι είπε ο δάσκαλος και του σύστησε τον αδελφό του. Το Βασιλόπουλο αμέσως άρχισε ομιλίες με τον πρωτομάστορη ρωτώντας χίλιες-δυο λεπτομέρειες για τον τρόπο που έχτιζε άλλοτε τα βασιλικά καράβια | |
Paramythi_horis_onoma_0651 | Ο Πολύδωρος από τον πύργο εσήμανε το προσκλητήριο με τη μεγάλη σάλπιγγα. Ο Βασιλιάς και ο γιος του έτρεξαν χωρίς να σταματήσουν ως τους στρατώνες. | |
Paramythi_horis_onoma_0371 | - Αφέντη λυπήσου με! Μη μου ζητάς τέτοια πράματα. Ποιος σου είπε την αλήθεια δεν ξέρω μ' αν ξέρεις αυτό θα ξέρεις και άλλα! Ο | |
Paramythi_horis_onoma_0956 | άνοιξε ότι ντουλάπι συρτάρι σεντούκι ή κοφίνι βρίσκουνταν στον πύργο μα πάλι δε βρήκε τίποτα. | |
Paramythi_horis_onoma_0738 | - Εσύ δεν τρως; ρώτησε το γιο του που συλλογισμένος κοίταζε το γαϊδουρίσιο κεφάλι πάνω από την κονσόλα. | |
Paramythi_horis_onoma_1490 | Ο Βασιλιάς σταμάτησε κάπως ντροπιασμένος για τα ασυλλόγιστα λόγια που είχε πει. - Πώς; Έγινε μάχη; ρώτησε μαγκωμένος. | |
Paramythi_horis_onoma_0909 | Έβγαλε ο Βασιλιάς το χρυσό του στέμμα και γυρνώντας το πρόσωπο του για να κρύψει τα δάκρυα που κατρακυλούσαν στα μάγουλα του το έδωσε του γονατισμένου γιου του. | |
Paramythi_horis_onoma_1719 | όπου ανάμεσα στην πρασινάδα παράβγαιναν στην ομορφιά οι ανθισμένες πορτοκαλιές και αμυγδαλιές σα νύφες στολισμένες. |
End of preview. Expand in Data Studio
README.md exists but content is empty.
- Downloads last month
- 15